Σαν παιδί, τον πατέρα μου τον θυμάμαι κυρίως για τις απουσίες του. Την πρώτη φορά που έφυγε από το σπίτι ήμουν ακόμα στο νηπιαγωγείο και δεν κατάλαβα πολλά. Έχω την αμυδρή ανάμνηση ότι κάποιο δράμα συνέβαινε, αλλά σε τόσο μικρή ηλικία δεν αντιλαμβάνεσαι με ακρίβεια τις υποθέσεις των μεγάλων. Η μητέρα μου έκανε ό,τι μπορούσε για να μη νιώσω εγκαταλελειμμένη και να μην αφήσει τη θλίψη της να με ακουμπήσει, αν και εγώ τότε δεν αντιλήφθηκα τόσο την απώλεια. Εκείνη όμως, εν μέρει και για χάρη μου, όταν εκείνος επέστρεψε, δύο χρόνια αργότερα, τον δέχτηκε πίσω άνευ όρων.
In and out
Ένα κομμάτι μου δεν χάρηκε για το ξεβόλεμα. Μέχρι τότε οικογένεια για μένα ήταν η μητέρα μου, η γιαγιά μου κι εγώ - εκείνος μου φαινόταν ουρανοκατέβατος και λίγο ξένος, αφού τα δύο χρόνια που είχε φύγει δεν τον είχα δει ούτε μία φορά και οι συγγενείς από τη μεριά του είχαν εξαφανιστεί μαζί του από τη ζωή μου. Από την άλλη, σκεφτόμουν ότι θα ήταν ωραία να έχω κι εγώ μπαμπά, να κάνω επιτέλους μαζί του αυτά που έκαναν οι φίλοι μου με τους δικούς τους, διακοπές ή έστω βόλτες στην παιδική χαρά. Αλλά ο πατέρας μου δεν ήταν αυτός ο τύπος μπαμπά. Η μητέρα μου συνέχισε να έχει την αποκλειστική φροντίδα μου, στο σχολείο, στις αρρώστιες, στα χάδια, κι εκείνος έμενε στο σπίτι, κάτι περισσότερο από φιλοξενούμενος, κάτι λιγότερο από γονιός.
Μας εγκατέλειψε ξανά όταν ήμουν 10 ετών. Με το χέρι στην καρδιά δεν μπορώ να πω ότι με πείραξε ούτε με πλήγωσε. Αυτό που μου στοίχισε περισσότερο ήταν η αντίδραση της μητέρας μου, που σήμερα νομίζω ότι θα τη χαρακτήριζα καταθλιπτική. Περάσαμε ένα πολύ δύσκολο διάστημα, όπου εκείνη έμοιαζε να έχει παραλύσει. Συνέχισε να σηκώνεται το πρωί, να είναι εντάξει στις υποχρεώσεις της, να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά όλα γίνονταν μηχανικά, ακόμα και το χαμόγελό της προς εμένα μού φαινόταν ζορισμένο. Η γιαγιά μου ήταν εκείνη που μας κράτησε συναισθηματικά όρθιες τότε, έχοντας μάλιστα την ανωτερότητα να μην πει ποτέ κακή κουβέντα για εκείνον. Ο καιρός πέρασε, δεν μιλούσαμε ποτέ για τον μπαμπά και η μητέρα μου άφηνε σιγά σιγά το παρελθόν πίσω της.
And so you're back
Ακολούθησαν χρόνια ηρεμίας, όπου η απουσία του πατέρα ήταν απλώς αυτό που ήταν. Είχαμε μάθει εν τω μεταξύ ότι βρισκόταν πια στην Αμερική και ήμουν σίγουρη ότι δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ. Έκανα λάθος.
Στα 17 μου γύρισα μια μέρα από το σχολείο και τον βρήκα στο σπίτι. Η μητέρα μου με έκδηλη αμηχανία, που δεν έκρυβε όμως τη χαρά της, μου είπε ότι ο μπαμπάς γύρισε και με ρώτησε πώς θα μου φαινόταν να του δώσουμε άλλη μία ευκαιρία. Θύμωσα τόσο που δεν έβλεπα μπροστά μου. Τα τόσα χρόνια αδιαφορίας, η σκληρότητα ενός ανθρώπου που δεν έδινε δεκάρα για την οικογένειά του και η δική της προθυμία να του τα συγχωρήσει όλα σε μία μέρα ήταν πράγματα που δεν ήμουν διατεθειμένη ούτε να τα συζητήσω.
Χωρίς οικογένεια
Εκείνη όμως είχε πάρει την απόφασή της. Αντέδρασα έντονα και η λύση που θεωρήθηκε καλύτερη ήταν να με στείλουν να μείνω για λίγο καιρό με τη γιαγιά μου, προκειμένου το ζευγάρι να καλύψει το χαμένο έδαφος. Ο πατέρας μου δεν ξανάφυγε από το σπίτι κι εγώ δεν ξαναγύρισα. Έπειτα πέρασα στη σχολή μου, σε μια πόλη μακριά απ' όλους κι απ' όλα, και η ζωή συνεχίστηκε. Ενήλικη πια, κατάφερα να έχω μια οριακά πολιτισμένη σχέση μαζί του.
Η στάση μου θεωρήθηκε σκληρή κι εγώ ίσως να έδινα αυτή την εντύπωση, αλλά μέσα μου ποτέ δεν ξεπέρασα ότι σε μία μέρα έχασα τη σχέση που είχα με τη μητέρα μου, ούτε ότι εκείνη διάλεξε την επιλογή μιας ζωής που δεν με χωρούσε. Την αγαπούσα πολύ και την αγαπώ ακόμα, αλλά δεν ξέρω πώς διαχειρίζεται κανείς τη δεύτερη θέση στην καρδιά και στις προτεραιότητες ενός ανθρώπου που νόμιζε πως τον λατρεύει, όπως νόμιζα εγώ για τη μητέρα μου.
Μακρινή απουσία
Ο πατέρας μου πέθανε ξαφνικά, μια μέρα που, φυσικά, δεν ήμουν εκεί. Εγώ είχα παντρευτεί και είχα ήδη αποκτήσει την κόρη μου. Παρά το οικογενειακό μας ιστορικό, δεν έχασα την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους, ούτε φοβήθηκα να κάνω οικογένεια - αντίθετα, ήμουν αποφασισμένη να μη φερθώ ποτέ με τον τρόπο που μου φέρθηκαν και να μην πληγώσω ποτέ αυτούς που αγαπώ. Στο ενδιάμεσο η συμπεριφορά της μητέρας μου, όχι πια μόνο του πατέρα μου, μου φαινόταν ακόμα πιο ακατανόητη, ίσως και ασυγχώρητη. Παρ' όλα αυτά, ήμουν κοντά της στη στενοχώρια της και τη στήριξα όπως μπορούσα.
Στο μνημόσυνο του πατέρα μου μίλησα και λίγο με την άλλη μου γιαγιά, τη μητέρα του. Εκεί, μέσα στη θλίψη και τη ζαλάδα της, αναρωτήθηκε μπροστά μου μήπως δεν έκαναν καλά που δεν ειδοποίησαν «και το άλλο». Δεν θα έδινα σημασία, αν οι κόρες της δεν δαγκώνονταν και δεν άλλαζαν τόσο απότομα κουβέντα, σαν να είχα ακούσει κάτι που δεν έπρεπε. Τη βρήκα αργότερα μόνη της και της έπιασα κουβέντα, προσπαθώντας να καταλάβω τι εννοούσε προηγουμένως. Στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν χρειάστηκε πολύ, θέλοντας μάλλον να απαλλαγεί από το μυστικό που μου έκρυβαν για χρόνια.
Ω, αδερφέ, πού είσαι
Ο πατέρας μου, όσο έλειπε στην Αμερική, είχε κάνει μια νέα οικογένεια. Δεν είχε παντρευτεί, αλλά με τη γυναίκα που συζούσε είχαν αποκτήσει ένα αγόρι. Είχε ζήσει μαζί τους για λίγο και, συνεπής στην ασυνέπειά του, τους είχε εγκαταλείψει για να γυρίσει πίσω στη μητέρα μου. Όταν το έμαθα, έμεινα εμβρόντητη. Μίλησα στη μητέρα μου, που από τη μία σοκαρίστηκε, από την άλλη μού έδωσε να καταλάβω ότι είχε επιλέξει να μην τον ρωτήσει τίποτα για τα χαμένα χρόνια. Προφανώς φοβόταν μια αλήθεια σαν κι αυτήν. Από τη στιγμή όμως που εγώ την ήξερα, δεν μπορούσα να την ξεχάσω, αλλά ούτε και να την αγνοήσω. Είπα στη μητέρα μου ότι θα προσπαθούσα να επικοινωνήσω με τον αδελφό μου και για άλλη μία φορά συγκρουστήκαμε.
Καταλάβαινα ότι η ύπαρξή του της υπενθύμιζε σκληρά τις προδοσίες του άντρα που τόσο είχε αγαπήσει και γι' αυτό δεν της κράτησα κακία όταν με κατηγόρησε ότι δεν τον σεβόμουν ούτε πεθαμένο. Αλλά δεν θα υποχωρούσα. Έμαθα τα στοιχεία του από τη γιαγιά μου, τη γιαγιά μας. Πριν του τηλεφωνήσω, έμεινα ξάγρυπνη προσπαθώντας να σκεφτώ τι να πω. Δεν ήξερα τίποτα γι' αυτόν. Είχε μεγαλώσει καλά; Είχε πληγωθεί που ο πατέρας του είχε φύγει ή ήταν πολύ μικρός για να θυμάται; Τον αγαπούσε, έψαχνε να τον βρει; Ήξερε ότι υπήρχα κι εγώ;
Make the call
Αν και φοβόμουν τις απαντήσεις, του τηλεφώνησα. Η φωνή από την άλλη πλευρά του ακουστικού με ξάφνιασε. Περίμενα να ακούσω μια παιδική φωνή, ίσως γιατί τον σκεφτόμουν σαν ένα πληγωμένο πιτσιρίκι, όπως προφανώς έβλεπα και τον εαυτό μου σ' αυτή την ιστορία, αλλά το σήκωσε ένας άντρας, ο οποίος κατάλαβε ποια ήμουν. Το happy end, όμως, θα αργούσε αρκετά ακόμα.
Ο αδελφός μου ήξερε ότι ο πατέρας του τον είχε εγκαταλείψει για να επιστρέψει στην πρώτη του οικογένεια και προφανώς με θεωρούσε κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνη. «Εσύ ήσουν μεγάλη, εγώ τον χρειαζόμουν περισσότερο» μου είπε, πιστεύοντας ότι η ανευθυνότητα του πατέρα μας είχε κάποια ανώτερα κίνητρα, ότι με αγαπούσε τόσο που δεν υπολόγισε τι γκρέμιζε για να γυρίσει κοντά μου. Μου πήρε καιρό για να του εξηγήσω πως δεν αγαπούσε τίποτα, σίγουρα πάντως όχι τα παιδιά του.
Συνέχισα να του τηλεφωνώ και να του στέλνω μέιλ -στα αγγλικά, αφού δεν είχε προλάβει να μάθει καλά τη γλώσσα του πατέρα μας- κι εκείνος, αν και αρνητικός στην αρχή, μου απαντούσε. Η αρνητικότητα έγινε σιγά σιγά διστακτικότητα και μετά, πολύ μετά, αρχίσαμε να μιλάμε σαν φίλοι. Επέμεινα, γιατί ήξερα τι είχε περάσει και ήταν ο μόνος που μπορούσε να καταλάβει τι είχα περάσει κι εγώ. Περισσότερο όμως επέμεινα γιατί ήταν ο αδελφός που βρέθηκε στη ζωή μου από έναν πατέρα που στην ουσία δεν είχα ποτέ.
Δεσμοί αίματος
Το προηγούμενο καλοκαίρι τον κάλεσα και ήρθε στην Ελλάδα και περάσαμε μαζί λίγες εβδομάδες, που όμως ήταν αρκετές για να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο σαν αδέρφια, ψάχνοντας για κοινά σημεία, δημιουργώντας μια σχέση πιο ουσιαστική, συμπληρώνοντας κενά και ελλείψεις, αποζητώντας μάλλον κι οι δυο την αγάπη του πατέρα μας, έστω και από σπόντα. Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να μείνουμε ο ένας στη ζωή του άλλου, γιατί η απόσταση -όχι μόνο η γεωγραφική- είναι μεγάλη, αλλά το ελπίζω.
Την τελευταία μέρα πριν φύγει, η μητέρα μου ήρθε στο σπίτι θέλοντας να τον γνωρίσει. Στο τέλος τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον ρώτησε πότε θα ξανάρθει. Αγαπώντας πάντα πάνω απ' όλα τον πατέρα μου, ακόμα και πάνω από τον εγωισμό της, δεν μπορούσε να μείνει μακριά από ένα τόσο σημαντικό κομμάτι του. Έχοντας πια αποδεχτεί την αδυναμία της, τη συμπάθησα περισσότερο· αν μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτή τη λέξη για τη μαμά σου. «Είσαι τυχερή που την έχεις» μου είπε φεύγοντας ο αδελφός μου. Ίσως είναι αλήθεια, απλώς συχνά χρειάζεται απόσταση για να δεις σφαιρικά την όλη εικόνα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως η δική μου, η απόσταση πρέπει να είναι τεράστια.
cosmopolitan.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου